10.9.08
Στο κλαρί τρία πουλάκια με ZZ Top γενειάδες παίζουν La Grange
Είναι πειρασμός ο γιουτιούμπ και μένα μ'αρέσει να μοιράζομαι τραγούδια.Λοιπόν ΝΑ!Εν τω μεταξύ...
Φαντάζεσαι να πάθουμε καμιά μαύρη τρύπα με το κόλπο του CERN; Άμεση και αδιαπραγμάτευτη εξαφάνιση; Των πάντων; Και εμού του ιδίου;
Μάλλον δεν θα υπάρξει σχετική προειδοποίηση.Είσαι και μετά δεν είσαι.Φσσστ!
3.9.08
Ποιον Μισείς;

-Μισώ κάποιον;
-Μισό ζωή;
Και ακολούθως -ακριβώς,ασυζητητί εντελώς κολλητά- αντίκρυζα τη λεία, στιλπνή, επιθυμητή,(φοβιστική;) επιφάνεια;
-Τι ρωτάς μωρέ;
Ό,τι αγαπούσα τό'φαγα,όπως περίπου έφαγα Εκείνο πού'χα βρει να παραμονεύει πίσω από το σπίτι μου.
Σού'λεγα για τα μαλλιά της.
Σού'λεγα αυτό που νόμιζα γι'αλήθεια,ξανά και ξανά.Και τώρα... Όχι. Και πάλι όχι.
Πιστεύω ,και έχω λόγους να βαυκαλίζομαι σχετικά, πως Ναι.Κι αν δε βγάζεις άκρη,"καβάλαγες ασέλλωτο με δίχως χαλινάρι". Πφφφ!
-Και το χειρότερο: δεν άντεχες και δεν είναι αρκετή η άρνηση,κυρίως -ο καθένας θα το παραδεχτεί- η άφατη.
-Είναι η Ανύπαρκτη.
Μου λείπει ο Κεμάλ,με τους λίγους,απλοϊκούς,σκληρούς ανθρώπους πού'χει κοντά του.Αυτούς που σ'αγαπάν χωρίς να νοιάζονται.Που νοιάζονται και δεν σε ξέρουν.Που σε ξέρουν Χωρίς.Και τον έχω.
Μια μέρα θ'αναρτήσω ένα πόοοοοοστ και θα λέγεται "η κατάφαση". Ως τότε θα ήτανε ελάχιστα παρακινδυνευμένο,μη σου πω ακραιφνώς απόλυτο,στο βαθμό που είναι γενικά τρις. Δεν Θα Μιλήσουμε Ποτέ.
Πουλάω.Τα πάντα.Εκείνα που δεν υπήρξε σε καμιά περίπτωση περίπτωση νά'ναι δικά μου για να τα πουλώ.
Νέα Ζηλανδία σού'ρχομαι.
Νέα Ζηλανδία μη με περιμένεις.
Νέα Ζηλανδία με θυμάσαι;
Ω,Νέα Ζηλανδία πανέμορφη.
Ω,Νέα Ζηλανδία ακριβή,δυσθεώρητη και αγαπημένη.
Νέα Ζηλανδία,πάλι και πάλι θα χαθούμε στο δρόμο και δεν θα φτάνει το βλέμμα του ενός στον άλλο,κι οι φίλοι θα χαθούν, θά'ναι δίπλα δίπλα μα δεν θα φτάνει το βλέμμα του ενός στον άλλο,στον ίδιο δρόμο που διάλεξαν - δε διάλεξαν δεν έχει σημασία.
Πάω να κλάψω.
Χωρίς μάτια.
Τα πούλησα.Χωρίς κλάματα............
21.8.08
Blackbird
Ωραίο τραγουδάκι , δε λέω.
ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ
μαύρος ο κεραυνός λάμπει πάνω από τα κεφάλια.
οι θύελλες εκνευρίζονται άμα τις αφήσει κανείς χωρίς πρωινό απρόθυμος να εμφανιστεί μπροστά στον εαυτό της ευταρίζοντας.Από πάντα.
Και για πάντα ο άνεμος φτύνει και περιφρονεί τους οποιουσδήποτε άλλους. Παραμερίζει,σπρώχνει,διαγκωνίζεται,τρέφεται με τροφές ακατονόμαστες και με παρατάει και με νομίζει για πεθαμένο,μα τόσο του κόβει μοναχά.Γιατί λέω να μην πεθάνω.Όχι εδώ κι οπωσδήποτε όχι τώρα.Δεν είμαι στο μουντ,αν με πιάνεις.Ούτε και πουθενά αλλού,τά'χουμε πει αυτά.
Θυμάσαι; Σε σένα μιλάω. Μην κοιτάς πίσω,δεν υπάρχει άλλος κανείς.Μας πιάσανε.Αυτό ήτανε.Η καμπάνα θα κελαηδήσει καθώς θα τη χτυπάνε οι σταγόνες της μπόρας.
Δεν είμαι εγώ Εκείνος Που Πάει στην Κατερίνη.
18.8.08
Αφελή Μεφιστοφελή δώσε μου ένα φιλί.
Γυρνάω πίσω και κοιτάω και είναι όλα εκεί.Τα καθημερινά, τα απλά ,τα κάποτε δεδομένα και τώρα δυσπρόσιτα.Που ήτανε πραγματικά.'Η τέλος πάντων έτσι νόμιζα εγώ.Και τώρα δεν είναι.Κι εγώ δεν είμαι.Εκεί.Και όπου και νά'μαι,ξέρω,σε λίγο θα'χω φύγει.Και θα κοιτάω προς τα πίσω εδώ.Κι οι γέφυρες που έχουν πέσει δεν φαίνονται πρόθυμες να ξαναστηθούν.Κανένας απ'όσους δεν ξέρω δεν θα προσπαθήσει να τις μιλήσει ευγενικά και να τις πείσει.Να τις ψήσει.Και οι γέφυρες δεν πρόκειται να ξαναστηθούν και γω θα χαίρομαι μες την άγνοιά μου και θα την κανακεύω.
Δεν είμαι πουθενά και σε λίγο φεύγω. Και όλα είναι πίσω.Και όλοι είναι πίσω.Εγώ πάλι δεν είμαι.Τι έχει μετά;
-Αφελή!
Πάντα φοβόμουν πως ξέρω.Συνήθως είχα δίκιο μα δεν τό'ξερα.Και τώρα δεν θα μάθω ποτέ.Άσε που τώρα δεν θα ρωτήσω.Για ποιον με περάσατε;
Είμαι εκείνος που θα κάνει δυο κοτσίδες.Και μετά θα εκτιναχθώ,κοιτώντας πίσω.Αυτό ξέρω,αυτό εμπιστεύομαι.Το πίσω,το πριν.Και πάω στο μετά.Γιατί δεν αντέχω -έτσι μού'πανε- μην έχω κάτι για να απαρνιέμαι καθώς θα κλαίω που θα μου λείπει και είναι αδύνατον να πάω ξεφόρτωτος.Οπουδήποτε.
-Και για μπάνιο;
-Και για μπάνιο.
-Μα θα πνιγείς!
-Πνιγμένος είμαι,δε βλέπεις το σάκκο μου;
-Είναι ο σάκκος του πνιγμένου αυτός που σου κυρτώνει την πλάτη και κάνει τα πόδια σου να τρέμουν;
-Α,όχι,αυτό είναι το αυτοκίνητό μου, ο σάκκος μού στέρησε τον άχρηστο πια αέρα που ανέπνεα και ανοίγοντας τα μάτια του τόσο που χωρούσε μέσα ο ουρανός και όλα που βλέπουμε φέρθηκε παράξενα.Με μια παραξενιά απρόσμενη και αντιπαθητική.
-Απ'όλες τις παραξενιές αυτή;!!
-Απ'όλες τις παραξενιές αυτή.Που είναι σαν μαχαίρι που χαϊδεύει το πιάτο και σα νύχι στο μαυροπίνακα.Και που τρύπωσε στον εξαφανισμένο μου βαρύ και άχρηστο σάκο (καλό και μ'ένα κ) την ώρα που χτυπούσε κάτι παιδάκια.Αναίτια.
-Μα πώς αλλιώς;
-Θα σου πω αύριο,που θά'χω φύγει και θα λείπω.
23.7.08
Σαμοθράκη
Ασφαλίτες σουλατσάρουν ανάμεσα στις σκηνές δίνοντας κοφτές διαταγές στα λυκόσκυλά τους.Μπάτσοι μαζεύουν τα νεαρά παιδιά από το δρόμο κατά ομάδες για ένα μονοφυλλάκι.Κυνηγάνε και τρομοκρατούν τον κόσμο που κατασκηνώνει με τα παιδιά του στα δάση που αγαπάει.Πιάνουν τους φίλους μου τραγουδάνε στην παραλία για έναν ξεχασμένο ψύλλο με τις δημοτικές αρχές μπροστάρισσες.
Χμμμ...
2.7.08
Αλχημείες και Λιοντάρια
Είναι φάση οι κύκλοι,φασάρα μη σου πω.
Και είμαι μέσα, ή κοιτάω απ'όξω και νομίζω ότι ανοίγουν και κλείνουν και στριφογυρνάνε και εκείνοι δεν έχουν ιδέα ότι μιλάω γι'αυτούς και δεν τους νοιάζει να ξέρουν τι λέω.
Πάω να χαθώ και να αναληφθώ στις ρεματιές και στα γκρέμια.Τα πλατάνια μου με φωνάζουν.
Subscribe to:
Posts (Atom)