23.7.08

Σαμοθράκη


Ασφαλίτες σουλατσάρουν ανάμεσα στις σκηνές δίνοντας κοφτές διαταγές στα λυκόσκυλά τους.Μπάτσοι μαζεύουν τα νεαρά παιδιά από το δρόμο κατά ομάδες για ένα μονοφυλλάκι.Κυνηγάνε και τρομοκρατούν τον κόσμο που κατασκηνώνει με τα παιδιά του στα δάση που αγαπάει.Πιάνουν τους φίλους μου τραγουδάνε στην παραλία για έναν ξεχασμένο ψύλλο με τις δημοτικές αρχές μπροστάρισσες.
Χμμμ...

2.7.08

Αλχημείες και Λιοντάρια

Σκόπευα να σου μιλήσω για τον κύκλο που είδα ξαφνικά σήμερα να κλείνει.Δεν έχω όμως και τίποτα να σου πω σχετικά.'Ντάξει, μπορώ να αφήσω υπονοούμενα,εξάλλου έτσι διασκεδάζω.Μπορώ και να μην το κάνω.Φοβερές προοπτικές, ο καθένας θα συμφωνούσε.
Είναι φάση οι κύκλοι,φασάρα μη σου πω.
Και είμαι μέσα, ή κοιτάω απ'όξω και νομίζω ότι ανοίγουν και κλείνουν και στριφογυρνάνε και εκείνοι δεν έχουν ιδέα ότι μιλάω γι'αυτούς και δεν τους νοιάζει να ξέρουν τι λέω.
Πάω να χαθώ και να αναληφθώ στις ρεματιές και στα γκρέμια.Τα πλατάνια μου με φωνάζουν.

15.6.08

1379.4: Ταξιδιωτικό σε μέρη πού'χω ξαναπάει ( αν δεν θυμάμαι ν'αναπνέω θα σκάσω )

Fast and furious we ride the universe
Ο Γιώργος:"Αρτέμη για πού;" καλοί οιωνοί αυθαιρέτως ορισθέντες και ληφθέντες υπ'όψιν,επιτέλους στον περιφερειακό και έξω,ανοίγει η μηχανή,επόμενο καρέ τα τούνελ της εγνατίας,ωραία,αλλά την άλλη φορά (δεν μπορεί παρά να υπάρξει κι άλλη φορά) καστανιά και σαραντάπορος,έχασα τη στροφή,ο παππούς στο χωριό που δε θυμάμαι τ'όνομά του,ανάμεσα στο κηπουρειό και το μέτσοβο μού δίνει τη μάνικα να βάλω μόνος μου αμόλυβδη όσο πάρει,κοιτάει τη μηχανή και κάτι λέει για τα σαμάρια πού φόρτωνε το μουλάρι,δεν καλοακούω μέσα από το κράνος και κουνάω το κεφάλι χαμογελώντας μέσα από το κράνος,
We accelerate, no time to hesitate
για μια ακόμη φορά βλέπω τα γιάννενα πέντε στροφές μετά από το άσπρο κτίσμα,για μια ακόμη φορά βγάζω την ίδια διαφορετική φωτογραφία,ξέρω καλά το δρόμο,την πρώτη φορά,το 1987 χανόμουν γύρω από τα κτελ,ξανασυμβαίνει τώρα,φτάνω,δεν κρατιέμαι,βγαίνω βόλτα,πάω παντού (σχεδόν),τι άλλαξε; η πόλη,εγώ,η εικόνα πού'χω για τον εαυτό μου,πάω παντού (σχεδόν),ο ζήκος είναι μουλτιράμα,πίσω ,κρύβομαι ως το πρωί,
Unearthing every fault go headlong into any dare
τις νταλίκες μου μέσα,ωωωπ,καφεδάκι πριν το μεσολόγγι,οι αλβανοί πίνουν μπύρες,ωραία φάση,μπύρες το μεσημεράκι,δυο μέρες αργότερα οι μπύρες το μεσημεράκι στην πλατεία μού φέρνουν πονοκέφαλο,πού πάω γαμώτη μου,πολλές ώρες και ντάλα ήλιος,ο σβέρκας μου πονάει,θήβα,πούστη νταλικέρη δε θα με σκοτώσεις εσύ,δε δουλεύει πάλι η κόρνα,δεξιά για βαρυμπόμπη,οι φίλοι μου,
Look before you leap has never been the way we keep our road is free
βεϊκου και γαλατσίου,τσίου τσίου, δεν πήγαμε βόλτα,σόρυ,ένα συνονθύλευμα άσχημων πολυκατοικιών κοντά σ'ένα σταθμό που δε θυμάμαι τ'όνομά του,οι αθηναίοι φίλοι μου πάνε πάντα πολύ γρήγορα για τα γούστα μου και τσιτώνω,μα τι να πεις,έτσι πάνε,φεύγω,η γνωστή εθνική τώρα,το τιντιέμ διασκεδάζει κι εγώ πάω και καμιά φορά σταματάω,πού πήγε ο λεβέντης;,η προσοχή στιγμές απο-προσοχοποιείται,η αντίληψη αλλάζει,για το χώρο,την κίνηση,στιγμές μόνο,εεεεεπ! το νου σου!,τι φάση κι αυτή,νυχτώνει και καθαρίζω τη φιμέ ζελατίνα,μετά από λίγο στην περιοχή του αξιού τα ιπτάμενα πολύποδα πλάσματα είναι μεγάλα,όχι αστεία,τα πτώματα τους στραπατσαρισμένα χιλιοστά από τη μούρη μου, δε βλέπω,δε βλέπω και 170,καλό,τα διόδια στα μάλγαρα πώς τους ξεφύγανε;,είναι τα μόνα που οι υπάλληλοι δε φοράν μπλουζάκια με λογότυπα εταιριών που τα εκμεταλεύονται και συνομωτικά σου κάνουν νεύμα με τα μάτια και σου λεν "φύγε",όπως πριν τις εταιρίες
We blaze with scorching heat, οbliterations everywhere
τέλος.



29.5.08

I have finally come to realise


'Ημανε λέει σ'ένα τσιμέντο απάνω.Απέραντο και ίσιο.Που δεν ήταν όμως έρημος.
Και τώρα εκεί είμαι.Τριγύρω τίποτα.Μόνο από πάνω μου μια μνήμη άσχημη που με κάνει να νοιώθω πως κάτι κακό θα συμβεί.Με προδιαθέτει.Και μένα είναι να μη με προδιαθέσεις.
Ξαφνικά που λες,(καθόλου ξαφνικά,όπως σου είπα πριν,αλλά τέλος πάντων) ανοίγει μια καταπακτή στο τσιμέντο,τσιμεντένια κι αυτή και θέλει να με ρουφήξει.Και γω,που έχω ήδη προδιατεθεί κατάλληλα,βουτάω.Και με καταπίνει και στροβιλίζομαι και ανοίγει μια άλλη καταπακτή και συνεχίζω να κατρακυλάω με το κεφάλι μπροστά.Πολλές καταπακτές,τι να σου λέω.Και δεν αφήνω καμιά.Αρχίζω και ζαλίζομαι,μα είναι πλέον αργά.Δε γαμείς,σκέφτομαι.
Και παίρνω φόρα που λες,σταματάω τα πάντα,τα πάντα γίνονται πάλι τσιμέντο και παίρνω φόρα και του ορμάω.Του τσιμέντου.Με το κεφάλι.Και το σπάω το κεφάλι μου,σπλάτερ φάση,με κόκκινα ζουμιά να τρέχουν και να παραβγαίνουν με τα σάλια.Και γίνεται μετά κάτι που μου συμπιέζει το στραπατσαρισμένο κεφάλι και κάνει να τρέχουν όλοι πιο γρήγορα.Σάλια,μύξες,αίματα,δάκρυα.Είμαι ένα σφουγγάρι, με ζουπάν και γω αδειάζω.Σάλια,μύξες,αίματα,δάκρυα.Και κάτουρα για έξτρα δυσωδία.
Και όταν έχουν όλα τελειώσει είμαι ξαπλωμένος μπρούμυτα στο γνωστό μου τσιμέντο.Στεγνός,καθαρός και ξεκούραστος.Μα δε μ'αρέσει.Σηκώνω το κεφάλι και κοιτάω τριγύρω.Τίποτα,μόνο τσιμέντο παντού.Ησυχάζω κάπως γιατί ξέρω πως σύντομα μια μνήμη θα αποφασίσει για μένα.Χωρίς πολλή σκέψη και συναισθηματισμούς.Και θα εξαφανιστώ πάλι.
Όχι για όλους,το ξέρω.

25.5.08

Ο Γιος του Μαύρου Κτιρίου


Ήτανε σκοτάδι.Έτσι υπέθεσε,εξάλλου δεν είχε μέτρο.Σύγκρισης.
Βαθύ σκοτάδι,που δε βλέπεις τίποτα.Και ήτανε μέσα σ'ένα δωμάτιο,σε κλειστό χώρο τέλος πάντων.Περιτριγυρισμένη από κτισμένους τούβλινους τοίχους.Από αυτούς που συνήθως έχουν για σπλάχνα σωλήνες νερού και ομοβροντίες καλωδίων.Τα τελευταία δένονται μεταξύ τους και απογειώνονται.
Δεμένα.
Και πάλι υπέθετε,αλλά αυτή τη φορά βάσιμα: είχε περάσει όλη τη ζωή της περιτριγυρισμένη από τέτοιους τοίχους.Εκτός από τότε που ήτανε μικρή κι είχανε πάει στα Βρασνά.Οπότε λογικά και τώρα υπήρχαν τοίχοι,ντουβάρια γύρω γύρω να τη φυλάνε.Στατιστικά ήταν σίγουρο.Αλλοτρόπως αλλοτρόπως.
Κι αγάπες να τη φιλάνε.
Φαντάστηκε πως ένοιωσε το σώμα της να σκύβει και να κουλουριάζεται,σαν για να προστατευθεί.Σφιχτά γύρω από τα γόνατα και πιο σφιχτά μέσα στο στήθος.Πιο σφιχτή η καρδιά.Άσε που έτσι δεν θα την έβλεπε και κανείς.Ήταν σκοτάδι βέβαια,αλλά έτσι κι αλλιώς δεν θα φαινότανε.
Κι ήταν ωραία,δήλωσε αργότερα φανερά καταπονημένη.Ήταν δυσάρεστα,σκοτεινά και κρύα και στριμωχτά και φοβόμουνα πως θα μάθω τι φοβάμαι.Ήταν ωραία.
Φάνταζε πολύ όμορφη από κει.

21.5.08

Το Μαύρο Κτίριο

Έφτασε που λες η χάρη μου στο Βελιγράδι.Μπλα,μπλα,μπλα.
Λοιπόν,τους τύπους τους είχανε βομβαρδίσει,τα ξέρεις αυτά (εγώ που δε νοιώθω και πολλά πολλά,δε θυμόμουν καν πότε,το '99 μού'πε ο Κυριάκος).
Έχουνε αφήσει λοιπόν κάτι κτίρια βομβαρδισμένα να μείνουν έτσι,χωρίς να τα επισκευάσουν,ερείπια.Δε λέω,είναι έντονο το συναίσθημα να τα βλέπεις να στέκονται μισογκρεμισμένα και άδεια.Εκεί που λύγισα όμως ήταν σ'ένα παραδίπλα κτίριο,που λειτουργεί ακόμα.Θεόρατο,με μια βαριά μαντεμένια πόρτα μισάνοιχτη και μέσα ανθρώπους.Είχε αυτό λοιπόν το κτίριο κάτι σημάδια από μπόμπες που δεν το κατέστρεψαν,το τραυμάτισαν μόνο.Κι εκείνο κουβαλάει τις πληγές του και συνεχίζει να είναι.Και πονάει που οι φίλοι του πεθάναν παραδίπλα.Και είναι.