Η Σελήνη,που δεν είναι και καμιά χαζή,στόπα, είχε πάρει χαμπάρι γίνεται,ενώ εμείς κοιμόμαστανε ακόμα.Μέσα στο χρωματιστό σκοτάδι είχε αφήσει το φόρεμα της να πέσει και οι ώμοι της φέγγανε μέχρι το βουνό μου. Είχε αντιληφθεί το άνοιγμα πριν ακόμα γίνει άνοιγμα.Και δεν είχε αμφιβολία.Ο ήλιος θά'σκαγε.Ήταν ακόμα σκοτάδι κι ήξερε.Έτσι ξέρει εκείνη.Στο σκοτάδι. Και έσκασε.Και έγινε ο χαμός.Ξερνούσε φως απ'τα μάτια του και πετούσε φως με τα αναμμένα χέρια του.Και πετούσε τα πράγματα γύρω γύρω μανιασμένα με μια μανία αδιαπραγμάτευτη. Κι έγινε μέρα. Ο δρόμος των Σερρών τελειώνει.
ζω σ'ένα δωμάτιο που είναι γύρω γύρω τζάμια.Διαφανή,τα γνωστά τζάμια.Μ'αρέσει που βλέπω ουρανό και τη μέρα και τη νύχτα και τα βουνά και γενικώς.Και με γαργαλάει η σκέψη πως είμαι -ίσως- ορατός απ'έξω.Που λες, έχω κουρτίνες γύρω γύρω.Χρωματιστές και αδιάφανες.Και μ'αρέσει να κάθομαι και να τις κοιτάω από μέσα.Κι άμα γουστάρω τις τραβάω στην άκρη και δεν υπάρχουνε.Κι άμα γουστάρω κρύβομαι πίσω τους και βλέπω τα χρώματα. Γεια σας παντοτινές μου κουρτίνες.
-Ο αντρέ πικέ επικοινώνησε.Μη ρωτάς πώς και μη ρωτάς γενικώς. -Και τι σου είπε; -Αυτό ήτανε ερώτηση,έτσι; Μη ρωτάς λέμε! -... -Θα σου τα πω όλα. -Πες τα μου όλα. -΄Ετσι σε θέλω.Κατάφαση. Με τα πολλά μού είπε πως δεν σας έχει ανάγκη μανδάμ. -Μα... -Σκάσε! Και ότι θα πάει από κει πού'ρθε.Σούμπιτος.Και ότι αυτό είναι που θέλει και άιντε.Κατάλαβες; -Τσ. -Ρε παιδί μου,μην επιμένεις,δεν μπορώ να γίνω πιο σαφής,Είχα προσπαθήσει και παλιότερα,μα η σκέψη μού βάζει τρικλοποδιά και δεν πέφτω.Χα! -Καλά,να πηγαίνω εγώ τώρα... -Εικοσιδύο.
Είχα σκοπό να πάρω επάνω μου την ευθύνη και να ανακοινώσω την έναρξη του χειμώνα,μα έχει λιακάδα πάλι σήμερα. Θα πρέπει να το αποδεχτώ: η εναλλαγή των εποχών τείνει να φύγει από τον έλεγχό μου. Μπορώ να ζήσω μ'αυτό. Και ποτέ δεν θα γκρίνιαζα για μια απρόσμενη λιακάδα.Πα μουά.
Εστάθκα παν στο βράχο.Από κει πάνω το χωριό από κάτω,με τις κόκκινες στέγες νά'χουνε φωλιάσει ανάμεσα στους πράσινους λόφους (τσσ!) έδειχνε πιο όμορφο απ'ότι είναι στ'αλήθεια.Ακουγόντανε το θρόισμα των πεύκωνε,φυσούσε δυνατά κι εγώ θυμήθηκα τον παππού από την οκινά(γ)ουα.Πήγα μετά κι ανέβηκα στον παρακάτω βράχο,από κάτω από το πεύκο κι αγνάντεψα ακόμα λίγο. "Είναι καιρός να φεύγω", σκέφτηκα. Είναι καιρός να φεύγω.
θα σου πω.Υπάρχουν,ή δεν αποκλείεται να προκύψουν υποδιαιρέσεις,μα από την άλλη τι αποκλείεται; Πρώτα το σοβαρό. Αν ποτέ τα πράγματα γίνουν π ρ α γ μ α τ ι κ ά δύσκολα,σ'αυτό το τραγούδι θα στραφώ. Κι αν ήθελα και μπορούσα να μιλήσω,αυτό το τραγούδι θά'λεγα.
Και τώρα σάχλες. Με το που ανασήκωσε το κεφάλι της από ανάμεσα στα πόδια της (μην πάει το μυαλό σου στο πονηρό,αναφέρομαι σε μια εντελώς ακροβατική και γι'αυτό βαθιά τρομακτικά κίνηση,άγνωστη σ'εμένα) και με κοίταξε δεν κατάλαβα τίποτα. Το ίδιο συνέβαινε και μετά από τις αμοιβαίες εξηγήσεις.Ωστόσο κάτι άλλο με απασχολούσε πραγματικά: Οι φασματικές μορφές που εμφανίζονταν από παντού,για να ξεχυθούν μέσα από ασύλληπτους στροβιλισμούς στο μυαλό του εκάστοτε ενδιαφερομένου πριν ο λεγάμενος πάρει φόρα και αρχίσει να χτυπάει με μανία το κεφάλι του στην εικόνα που είχε για τον εαυτό του.Έτσι λέγανε οι Παλιοί. Οι Καινούριοι (ή Καινούργιοι;) πάλι,δεν είχανε και πολλά να πουν.Τρώγανε πίτσες και διασκεδάζανε την ανία και τη μοναξιά τους πηδώντας στο πηχτό κι αδιαπέραστο κενό που γέμιζε τον "αέρα" (γιατί στ'αλήθεια ο αέρας είχε φύγει τρεις μήνες αργότερα χωρίς αποσκευές και σιγοσφυρίζοντας αξέχαστες επιτυχίες της Παλιάς Αθήνας) και επέβαλε (λλ;) την Ακινησία.
Ξεκουκουλώνεται και γδύνεται και αποκαλύπτεται.Και δεν είναι θέαμα που θά'θελα να δω και δεν είναι μέλι στο φλαμούρι των ματιών μου.Έτσι κι αλλιώς το αίμα δεν αφήνει πολλά να φανούν.Και η σφίξα τού είναι δεν αφήνει και πολλά να γίνουν.(Έξω είναι ακόμα νύχτα και τα σκυλιά γαβγίζουν σα δαιμονισμένα,ενώ ο Λουκιανός είναι της γνώμης πως ένα φιλάκι είναι λίγο,πολύ λίγο και ξέρει αυτός). Ήρθε ο Βασίλης ο Ζαβός.Θά'χουμε ντράβαλα.Την άλλη φορά έσφαξε τριάντα,όχι πως δεν το αξίζανε.Πάλι θα ορμήσει από το φανερό κι απλησίαστο λημέρι του και θ'αρχίσει να σφάζει.Και δεν θα ταυτιστεί με κανέναν από εμάς.Επειδή δεν μας έχει ανάγκη και μεις δεν τον συμπαθούμε.Δεν μπορούμε να τον αγγίξουμε.Θα περάσει ξώφαλτσα και θά'ναι το πέρασμά του ανεπαίσθητο.Είναι ο Σεπούλβεδα που ξέρει και τα λέει καλά για εκείνους που περνάνε με θόρυβο και φανφάρες και θέλουν να μας αγγίξουνε όλους και είναι σίγουροι ότι και μεις θέλουμε,εγώ είμαι ο άλλος.Κατάρα πάνω τους κι από τον Λούι κι από μένα (εδώ είναι που τα κάνουν πάνω τους,βαριά κι ανύπαρκτη η κατάρα μου).Κατάρα και γενικά ευχές για τα χειρότερα.Και όχι συμπόνοια και κατανόηση και να μπούμε και καλά στη θέση τους. Όχι. Σιχτίρ.