15.1.09

00:55.Δροσερή νύχτα


Βρέθηκα πάλι να γυρνάω μες το ψυχιατρείο νύχτα.00:55.Και θυμήθηκα τότε που πρωτοπήγα να δουλέψω στα τάδε οξέα.Θυμήθηκα που την πρώτη μου νύχτα εκεί ένοιωσα πράγματα.Στους ημίφωτους διαδρόμους,με τη χαρακτηριστική μυρωδιά και τις μισάνοιχτες ή κλειστές πόρτες των δωματίωνε και τις σποραδικές φωνές.Σπαραχτικές,θυμωμένες,εκλιπαρούσες και γω δεν ξέρω τι άλλο.
Και ένοιωθα πως έμπαινα,σα νοικοκύρης,σ'ένα άβατο για τους νοικοκύρηδες.Εκεί ήτανε κάποιοι και κάποιες από Εκείνους Που Δεν Ταιριάζουν.Και ήμουν εκεί γι'αυτούς.Με αυτούς.Μαζί τους.Ένοιωσα προνομιούχος,όχι σαν τον προνομιούχο τουρίστα που χαζεύει τα άγρια ζώα πίσω από τα κάγκελα,όχι.Είχα μπει από μέσα και θα έμενα.(μέσα είμαι ακόμη).Κι ένοιωθα μια -να την πω ικανοποίηση;- όταν οι επισκέπτες συγγενείς με κοιτούσαν τις Κυριακές τα μεσημέρια όπως κοιτούν Εκείνους και γρήγορα απευθύνονταν στο Γραφείο για να νοιώσουν ασφάλεια,μαζί με τους ομοίους τους.Η χθεσινή κυρία ήθελε μόνο να κοιμηθεί.Θα αυτοκτονούσε αν δεν κοιμόταν λίγο.Τα είπαμε στο σκοτεινό δρόμο κάτω από τα σκοτεινά πεύκα και λίγο αργότερα την καληνύχτησα και βγήκα από τους ζεστούς ημίφωτους διαδρόμους στο κρύο.

25.12.08


Η Σελήνη,που δεν είναι και καμιά χαζή,στόπα, είχε πάρει χαμπάρι γίνεται,ενώ εμείς κοιμόμαστανε ακόμα.Μέσα στο χρωματιστό σκοτάδι είχε αφήσει το φόρεμα της να πέσει και οι ώμοι της φέγγανε μέχρι το βουνό μου.
Είχε αντιληφθεί το άνοιγμα πριν ακόμα γίνει άνοιγμα.Και δεν είχε αμφιβολία.Ο ήλιος θά'σκαγε.Ήταν ακόμα σκοτάδι κι ήξερε.Έτσι ξέρει εκείνη.Στο σκοτάδι.
Και έσκασε.Και έγινε ο χαμός.Ξερνούσε φως απ'τα μάτια του και πετούσε φως με τα αναμμένα χέρια του.Και πετούσε τα πράγματα γύρω γύρω μανιασμένα με μια μανία αδιαπραγμάτευτη.
Κι έγινε μέρα.
Ο δρόμος των Σερρών τελειώνει.

10.12.08

'Εβγαλα ήδη συμπέρασμα


ζω σ'ένα δωμάτιο που είναι γύρω γύρω τζάμια.Διαφανή,τα γνωστά τζάμια.Μ'αρέσει που βλέπω ουρανό και τη μέρα και τη νύχτα και τα βουνά και γενικώς.Και με γαργαλάει η σκέψη πως είμαι -ίσως- ορατός απ'έξω.Που λες, έχω κουρτίνες γύρω γύρω.Χρωματιστές και αδιάφανες.Και μ'αρέσει να κάθομαι και να τις κοιτάω από μέσα.Κι άμα γουστάρω τις τραβάω στην άκρη και δεν υπάρχουνε.Κι άμα γουστάρω κρύβομαι πίσω τους και βλέπω τα χρώματα.
Γεια σας παντοτινές μου κουρτίνες.

5.12.08

Ενημέρωση


-Ο αντρέ πικέ επικοινώνησε.Μη ρωτάς πώς και μη ρωτάς γενικώς.
-Και τι σου είπε;
-Αυτό ήτανε ερώτηση,έτσι; Μη ρωτάς λέμε!
-...
-Θα σου τα πω όλα.
-Πες τα μου όλα.
-΄Ετσι σε θέλω.Κατάφαση. Με τα πολλά μού είπε πως δεν σας έχει ανάγκη μανδάμ.
-Μα...
-Σκάσε! Και ότι θα πάει από κει πού'ρθε.Σούμπιτος.Και ότι αυτό είναι που θέλει και άιντε.Κατάλαβες;
-Τσ.
-Ρε παιδί μου,μην επιμένεις,δεν μπορώ να γίνω πιο σαφής,Είχα προσπαθήσει και παλιότερα,μα η σκέψη μού βάζει τρικλοποδιά και δεν πέφτω.Χα!
-Καλά,να πηγαίνω εγώ τώρα...
-Εικοσιδύο.

11.11.08

Επίσημο ένδυμα παρακαλώ



Είχα σκοπό να πάρω επάνω μου την ευθύνη και να ανακοινώσω την έναρξη του χειμώνα,μα έχει λιακάδα πάλι σήμερα.
Θα πρέπει να το αποδεχτώ: η εναλλαγή των εποχών τείνει να φύγει από τον έλεγχό μου.
Μπορώ να ζήσω μ'αυτό.
Και ποτέ δεν θα γκρίνιαζα για μια απρόσμενη λιακάδα.Πα μουά.

2.11.08

αράπ χαβάς,γιαβάς γιαβάς (ΘΚΚ ΙΙ)



Εστάθκα παν στο βράχο.Από κει πάνω το χωριό από κάτω,με τις κόκκινες στέγες νά'χουνε φωλιάσει ανάμεσα στους πράσινους λόφους (τσσ!) έδειχνε πιο όμορφο απ'ότι είναι στ'αλήθεια.Ακουγόντανε το θρόισμα των πεύκωνε,φυσούσε δυνατά κι εγώ θυμήθηκα τον παππού από την οκινά(γ)ουα.Πήγα μετά κι ανέβηκα στον παρακάτω βράχο,από κάτω από το πεύκο κι αγνάντεψα ακόμα λίγο. "Είναι καιρός να φεύγω", σκέφτηκα.
Είναι καιρός να φεύγω.

27.10.08

δυο πράγματα

θα σου πω.Υπάρχουν,ή δεν αποκλείεται να προκύψουν υποδιαιρέσεις,μα από την άλλη τι αποκλείεται;
Πρώτα το σοβαρό.
Αν ποτέ τα πράγματα γίνουν π ρ α γ μ α τ ι κ ά δύσκολα,σ'αυτό το τραγούδι θα στραφώ. Κι αν ήθελα και μπορούσα να μιλήσω,αυτό το τραγούδι θά'λεγα.



Και τώρα σάχλες.
Με το που ανασήκωσε το κεφάλι της από ανάμεσα στα πόδια της (μην πάει το μυαλό σου στο πονηρό,αναφέρομαι σε μια εντελώς ακροβατική και γι'αυτό βαθιά τρομακτικά κίνηση,άγνωστη σ'εμένα) και με κοίταξε δεν κατάλαβα τίποτα. Το ίδιο συνέβαινε και μετά από τις αμοιβαίες εξηγήσεις.Ωστόσο κάτι άλλο με απασχολούσε πραγματικά:
Οι φασματικές μορφές που εμφανίζονταν από παντού,για να ξεχυθούν μέσα από ασύλληπτους στροβιλισμούς στο μυαλό του εκάστοτε ενδιαφερομένου πριν ο λεγάμενος πάρει φόρα και αρχίσει να χτυπάει με μανία το κεφάλι του στην εικόνα που είχε για τον εαυτό του.Έτσι λέγανε οι Παλιοί.
Οι Καινούριοι (ή Καινούργιοι;) πάλι,δεν είχανε και πολλά να πουν.Τρώγανε πίτσες και διασκεδάζανε την ανία και τη μοναξιά τους πηδώντας στο πηχτό κι αδιαπέραστο κενό που γέμιζε τον "αέρα" (γιατί στ'αλήθεια ο αέρας είχε φύγει τρεις μήνες αργότερα χωρίς αποσκευές και σιγοσφυρίζοντας αξέχαστες επιτυχίες της Παλιάς Αθήνας) και επέβαλε (λλ;) την Ακινησία.