26.5.09

οι αόριστες είναι νομίζω το αγαπημένο μου είδος αισθήσεων


Βρέθηκα επροψέ στις περιοχές του εφηβικού μου βασιλείου,το δρόμο από την Καλλικράτεια ως τη Σωζόπολη.Με συναρμολογημένο ποδήλατο και μαγιό τότε και τώρα με ένα μοτοσακό μεγάλο και μπουφάν απ'αυτά που άμα τα φοράς και κάνει ζέστη ιδρώνεις.
Κι εκεί που πήγαινα και ονειροπολούσα προσπαθώντας να περάσω τα αμμουδερά κομμάτια,που γλύτωσαν από την ασφαλτόστρωση μού'ρθε: Είχα κάτι και τό'χασα.Δεν ξέρω τι ήτανε αυτό.Ξέρω όμως ότι το είχα και ήτανε και δικό μου,πώς να σ'το πω,από μέσα μου,αληθινά μέρος μου.Και τώρα δεν τό'χω.Δεν κατάλαβα – και δεν προσπάθησα να καταλάβω- τι ήτανε.Καταλαβαίνω όμως πολύ καλά την αίσθηση της απώλειας.Εκεί την κατάλαβα,τότε,επροψέ.Μέχρι τότε,αν υπήρχε,υπήρχε κρυμμένη κάπου.
Δεν ξέρω... θέλω να μάθω τι έχασα;
Ή μήπως άμα ξέρω θα μου λείπει περισσότερο;
Μπα,κι έτσι μου λείπει πολύ.

30.4.09

Άνοιξη


Κοίταξα και στον τοίχο κάποιος είχε στερεώσει -μη με τρελαίνεις,δεν ανέβηκε μόνο του στον τοίχο- ένα μαξιλάρι.Απαλό ροζ.Μονόχρωμο.Που μ'έκανε να θέλω να ακουμπήσω πάνω του.
Το έκανα στην άκρη,πήρα φόρα κι έπεσα με τα μούτρα στον τοίχο.Με φόρα,με προφανή σκοπό να με βλάψω.
Πονάω ακόμα.

23.4.09


Είναι προφανώς ωφέλιμο, μη σου πω απαραίτητο, να συμφιλιώνεται κανείς με πράγματα –γνωρίσματα του εαυτού- που αναγνωρίζει,κυρίως με εκείνα που δεν κολακεύουν ή διευκολύνουν.
-Πάψε!
Προφανές είναι επίσης πως πρώτη φορά ακούγονται (πόσο δυνατά!) τέτοιες ιδέες.
-Μμμ…
Βρέθηκα που λες πρόσφατα σε μια συνθήκη μέσα στην και μέσα από την οποία έφτασα να συμφιλιωθώ κι εγώ με ένα τέτοιο πράγμα που ,’ντάξει,δε με τυραννούσε,μα υπήρχε.
-Ωωω!
Ανακάλυψα λοιπόν πως ποτέ δεν ήθελα στ’αλήθεια να φύγω.Πίστεψα ότι εδώ ήθελα πάντα να είμαι και δεν το’ξερα.
-Φσσ!, φοβερό!
Και τώρα θέλω να φύγω.
Λέω λοιπόν πως είναι ίσως καιρός να συμφιλιωθώ με τη μη-συμφιλίωση. Θα αναγνωρίσω λοιπόν προσεχώς,με την πρώτη ευκαιρία και εν ευθέτω χρόνω,αφού αποφύγω να συσκεφθώ (θα ακολουθήσει σχετική,προορισμένη να μείνει στην ιστορία δίπλα στο Σύνταγμα της Τροιζήνας διακήρυξη) ότι δεν γίνεται να συμφιλιωθώ με τον εαυτό μου.Αυτή θα είναι η συνεισφορά μου στη γενικότερη συμφιλίωση.
Φιλιά.

16.3.09

Θετική Σκέψη: Αίσχος!


Και μην πάτε να με γελάσετε,
Το ξέρω πως θέλετε να με γελάσετε,δεν είναι η ιδέα μου και δεν είναι στο μυαλό μου,γιατί τίποτα δεν είναι εκεί εκτός από όλα.
Δεν θα ανεχθώ άλλη θετική σκέψη και θα της δώσω καθόλου χώρο.Ζαμέ.
Κι αν νομίζετε ότι δεν πάτε να με γελάσετε γελιέστε,είναι στο μυαλό σας,ξέρω εγώ.
Επίσης θα αντισταθώ σθεναρά, αρρωστημένα και χωρίς ελπίδα στην ευσυνειδησία,την αυτοπειθαρχία,τον εθελοντισμό (εννοείται) και σε άλλα τέτοια.Αίσχος!
Μετά λέω να πάω στη θάλασσα.

15.1.09

00:55.Δροσερή νύχτα


Βρέθηκα πάλι να γυρνάω μες το ψυχιατρείο νύχτα.00:55.Και θυμήθηκα τότε που πρωτοπήγα να δουλέψω στα τάδε οξέα.Θυμήθηκα που την πρώτη μου νύχτα εκεί ένοιωσα πράγματα.Στους ημίφωτους διαδρόμους,με τη χαρακτηριστική μυρωδιά και τις μισάνοιχτες ή κλειστές πόρτες των δωματίωνε και τις σποραδικές φωνές.Σπαραχτικές,θυμωμένες,εκλιπαρούσες και γω δεν ξέρω τι άλλο.
Και ένοιωθα πως έμπαινα,σα νοικοκύρης,σ'ένα άβατο για τους νοικοκύρηδες.Εκεί ήτανε κάποιοι και κάποιες από Εκείνους Που Δεν Ταιριάζουν.Και ήμουν εκεί γι'αυτούς.Με αυτούς.Μαζί τους.Ένοιωσα προνομιούχος,όχι σαν τον προνομιούχο τουρίστα που χαζεύει τα άγρια ζώα πίσω από τα κάγκελα,όχι.Είχα μπει από μέσα και θα έμενα.(μέσα είμαι ακόμη).Κι ένοιωθα μια -να την πω ικανοποίηση;- όταν οι επισκέπτες συγγενείς με κοιτούσαν τις Κυριακές τα μεσημέρια όπως κοιτούν Εκείνους και γρήγορα απευθύνονταν στο Γραφείο για να νοιώσουν ασφάλεια,μαζί με τους ομοίους τους.Η χθεσινή κυρία ήθελε μόνο να κοιμηθεί.Θα αυτοκτονούσε αν δεν κοιμόταν λίγο.Τα είπαμε στο σκοτεινό δρόμο κάτω από τα σκοτεινά πεύκα και λίγο αργότερα την καληνύχτησα και βγήκα από τους ζεστούς ημίφωτους διαδρόμους στο κρύο.

25.12.08


Η Σελήνη,που δεν είναι και καμιά χαζή,στόπα, είχε πάρει χαμπάρι γίνεται,ενώ εμείς κοιμόμαστανε ακόμα.Μέσα στο χρωματιστό σκοτάδι είχε αφήσει το φόρεμα της να πέσει και οι ώμοι της φέγγανε μέχρι το βουνό μου.
Είχε αντιληφθεί το άνοιγμα πριν ακόμα γίνει άνοιγμα.Και δεν είχε αμφιβολία.Ο ήλιος θά'σκαγε.Ήταν ακόμα σκοτάδι κι ήξερε.Έτσι ξέρει εκείνη.Στο σκοτάδι.
Και έσκασε.Και έγινε ο χαμός.Ξερνούσε φως απ'τα μάτια του και πετούσε φως με τα αναμμένα χέρια του.Και πετούσε τα πράγματα γύρω γύρω μανιασμένα με μια μανία αδιαπραγμάτευτη.
Κι έγινε μέρα.
Ο δρόμος των Σερρών τελειώνει.

10.12.08

'Εβγαλα ήδη συμπέρασμα


ζω σ'ένα δωμάτιο που είναι γύρω γύρω τζάμια.Διαφανή,τα γνωστά τζάμια.Μ'αρέσει που βλέπω ουρανό και τη μέρα και τη νύχτα και τα βουνά και γενικώς.Και με γαργαλάει η σκέψη πως είμαι -ίσως- ορατός απ'έξω.Που λες, έχω κουρτίνες γύρω γύρω.Χρωματιστές και αδιάφανες.Και μ'αρέσει να κάθομαι και να τις κοιτάω από μέσα.Κι άμα γουστάρω τις τραβάω στην άκρη και δεν υπάρχουνε.Κι άμα γουστάρω κρύβομαι πίσω τους και βλέπω τα χρώματα.
Γεια σας παντοτινές μου κουρτίνες.